English version

Ανεύρυσμα Περιφερικών Αρτηριών

Ανεύρυσμα περιφερικής αρτηρίας ονομάζεται η διάταση ενός περιφερικού αγγείου λόγω αδυναμίας του τοιχώματός του.

Συνηθέστερα αγγεία που προσβάλλονται είναι η ιγνυακή αρτηρία (πίσω από το γόνατο), η μηριαία αρτηρία (στη βουβωνική χώρα), η καρωτίδα και οι αρτηρίες των άνω άκρων (σπανιότερα).

Ο μεγαλύτερος κίνδυνος από τα ανευρύσματα των περιφερικών αρτηριών είναι ο περιφερικός εμβολισμός. Στα περισσότερα ανευρύσματα υπάρχει σημαντική ποσότητα θρόμβου μέσα στο αγγείο. Σε ορισμένες περιπτώσεις, ένα κομμάτι από το θρόμβο μπορεί να αποκολληθεί, να μεταφερθεί με την κυκλοφορία του αίματος και να αποφράξει περιφερικότερα αγγεία (περιφερικός εμβολισμός). Μια λιγότερο συχνή επιπλοκή είναι η ρήξη και η αιμορραγία.

Οι περισσότεροι ασθενείς δεν αισθάνονται κανένα απολύτως σύμπτωμα. Ορισμένοι αισθάνονται μια σφύζουσα μάζα στην περιοχή του ανευρύσματος. Άλλοι εμφανίζουν συμπτώματα ισχαιμίας, τα οποία είναι διαφορετικά ανάλογα με την εντόπιση του ανευρύσματος. Σε ανευρύσματα ιγνυακής ή μηριαίας αρτηρίας παρουσιάζουν πόνο στα κάτω άκρα κατά τη βάδιση ή κατά τη διάρκεια του ύπνου, έλκη που δεν επουλώνονται ή γάγγραινα. Σε ανευρύσματα αρτηριών των άνω άκρων εμφανίζεται πόνος των άνω άκρων στην άσκηση ή στον ύπνο, έλκη που δεν επουλώνονται ή γάγγραινα. Τέλος, σε ανευρύσματα καρωτίδος ενδέχεται να εμφανιστούν παροδικά ή μόνιμα αγγειακά εγκεφαλικά επεισόδια.

Η αιτιολογία του ανευρύσματος είναι άγνωστη. Παράγοντες κινδύνου αποτελούν η ηλικία >60 ετών, η ύπαρξη συγγενούς με ανεύρυσμα, η υπέρταση, το κάπνισμα και η αυξημένη χοληστερίνη.


Ανεύρυσμα Ιγνυακής

Η διάγνωση των ανευρυσμάτων περιφερικών αρτηριών γίνεται με triplex των εν λόγω αγγείων.

Σε ασθενείς που χρειάζονται αποκατάσταση του ανευρύσματος, η πιο λεπτομερής εξέταση είναι η αξονική αγγειογραφία. Σε ασθενείς που δε μπορούν να υποβληθούν σε αξονική αγγειογραφία, διενεργείται μαγνητική αγγειογραφία.

Η αναγκαιότητα αντιμετώπισης του ανευρύσματος εξαρτάται από το μέγεθός του, την ύπαρξη θρόμβου ή συμπτωμάτων και την ηλικία του ασθενούς.

Υπάρχουν δύο μέθοδοι θεραπείας, η διαδερμική αναίμακτη (ενδαγγειακή) και η ανοικτή χειρουργική.


Ανεύρυσμα Ιγνυακής

Stent Ιγνυακής

Στη διαδερμική αναίμακτη μέθοδο η αποκατάσταση του ανευρύσματος γίνεται από το εσωτερικό του αγγείου (για το λόγο αυτό ονομάζεται και ενδαγγειακή). Με τοπική αναισθησία ο αγγειοχειρουργός εισέρχεται στο αγγειακό σύστημα από την μηριαία αρτηρία (αρτηρία του ποδιού που ευρίσκεται λίγο κάτω από το δέρμα). Στη συνέχεια η αποκατάσταση του ανευρύσματος γίνεται εκπτύσσοντας ένα συνθετικό ενδομόσχευμα το οποίο στηρίζεται στο εσωτερικό του αγγείου με ειδικά διαμορφωμένα stents. Σε 1 ημέρα ο ασθενής φεύγει από το νοσοκομείο και η ανάρρωση του είναι ταχύτατη και ανώδυνη.

Στην ανοικτή χειρουργική επέμβαση μετά από γενική νάρκωση και μεγάλη τομή αντικαθίσταται από τον αγγειοχειρουργό το αγγείο που πάσχει με φλεβικό η συνθετικό μόσχευμα. Μετά το χειρουργείο ο ασθενής ενδέχεται να οδηγηθεί στη μονάδα εντατικής θεραπείας για 1 ημέρα και συνολικά παραμένει στο νοσοκομείο για 1 εβδομάδα περίπου. Για να αναρρώσει πλήρως απαιτούνται 2-3 μήνες.

Τα προτερήματα της αναίμακτης μεθόδου είναι προφανή: αποφυγή γενικής νάρκωσης, απουσία τομής, ελαττωμένες επιπλοκές, ελαττωμένη θνητότητα, άμεση έξοδο από το νοσοκομείο, γρήγορη ανάρρωση και πλήρη απουσία μετεγχειρητικού πόνου.

Η διαδερμική αναίμακτη (ενδαγγειακή) μέθοδος εφαρμόζεται στις περισσότερες, αλλά όχι σε όλες τις περιπτώσεις .

Και στις δύο μεθόδους υπάρχουν σαφείς ενδείξεις και αντενδείξεις.

Τα αποτελέσματα της διαδερμικής αναίμακτης χειρουργικής είναι άριστα όταν:

α) εφαρμόζεται από έμπειρους αγγειοχειρουργούς σε ασθενείς στους οποίους ενδείκνυται να εφαρμοστεί η μέθοδος αυτή

β) διενεργείται σε υψηλής τεχνολογίας εξειδικευμένο χειρουργείο (ΥΒΡΙΔΙΚΟ), το οποίο συνδυάζει την ασφάλεια του χειρουργείου με την άριστη απεικόνιση των αγγείων που προσφέρει ο ψηφιακός αγγειογράφος

γ) χρησιμοποιούνται τελευταίας τεχνολογίας υλικά.

Οι ασθενείς που πάσχουν από ανεύρυσμα περιφερικών αρτηριών πρέπει να απευθύνονται σε αγγειοχειρουργούς που έχουν εμπειρία τόσο στη διαδερμική αναίμακτη, όσο και στην ανοικτή χειρουργική μέθοδο έτσι ώστε να εφαρμόζουν για τον κάθε άρρωστο ξεχωριστά την πρέπουσα θεραπεία.